Δε μπορώ να σου πω ούτε ότι θα περάσεις ανώδυνα τη φάση, ούτε ότι θα βρεις τις απαντήσεις που ζητάς, ούτε ότι θα προσελκύσεις κάποια στιγμή μια νορμάλ περίπτωση (δε θα το’ θελες κιόλας, θα βαριόσουν).. μπορώ να σου πω όμως ότι αυτό που σε τρομάζει, δηλαδή να αναγκαστείς κάποτε να συμβιβαστείς, δεν πρόκειται να γίνει γιατί δεν είναι στην ιδιοσυγκρασία σου.. οπότε διαολόστειλε το σύμπαν που σε εμπαίζει με δρόμους και σημάδια, κέρασε μπύρα τους λύκους που σου κρατάνε παρέα στην ερημιά και απόλαυσε τη θέα με την γλυκόπικρη γεύση που μόνο η Αθήνα ξέρει να σου αφήνει!
13.09.08 – 19:30
Και το τραγουδάκι που τα λέει όλα..
Να πας
Σε όσα έχεις δεν χωράς
Αφού αυτά που αντέχεις προτιμάς
Στα εύκολα που ελέγχεις,να πας
Να πας
Εκεί στα πράγματα τα απλά
Γνωστά,συνηθισμένα και μικρά
Εκεί που δεν χρειάζονται πολλά
Μα να με κρίνεις
Όταν οι μπόρες θα χτυπάνε
Δύσκολες ώρες όταν θα ‘ναι
Όταν σηκώνονται βουνά
Να με συγκρίνεις
Εκεί που οι άλλοι σταματάνε
Που παραπάνω δεν τολμάνε
Και μένουν πίσω μακριά
Να πας
Στην ήσυχη απάτη που εκτιμάς
Στο λίγο από το κάτι που τολμάς
Στην εύκολη αγάπη που ζητάς
Μα να με κρίνεις
Όταν οι μπόρες θα χτυπάνε
Δύσκολες ώρες όταν θα ‘ναι
Όταν σηκώνονται βουνά
Ναι,να με κρίνεις
όταν θα καίγεται η ψυχή σου
όταν στερεύει η δύναμή σου
και δεν θα βρίσκεις αγκαλιά
Να με συγκρίνεις
όταν θα παίζεται η ζωή σου
ξένοι όταν γίνονται οι δικοί σου
κι εσύ μικρή στο πουθενά
Μη γελιόμαστε, η αφορμή ήταν μία ταινία πάλι, που χωρίς να έχει ή να έχω στηθεί για αυτό το σκοπό, εμένα μου πρόσφερε μία εικόνα που με τη σειρά της μου πρόσφερε περισσότερες από μία λέξεις. Συνήθως, κι αν το επιδικώκουμε, κάνουμε το αντίθετο. Ψάχνουμε τις σωστές λέξεις για να δούμε τη σωστή εικόνα. Μάλλον τελικά ο δρόμος βρίσκεται σε κάτι που μου ξέφυγε σήμερα σε μία συζήτηση. Υπάρχουν στιγμές στην καθημερινότητα μας, αυτή τη βαρετή, γεμάτη υποχρεώσεις και με λίγες ανθρώπινες στιγμές, που αντί να δεις όραμα για κάτι, σου δίνεται πολύ φευγαλέα ο χρόνος να σκεφτείς ιδέες που άλλοτε έσπαζες το κεφάλι να δεις πού καταλήγουν. Είναι κάτι σαν πάντρεμα της απαιτούμενης ηρεμίας και του άδειου μυαλού ώστε να πετύχεις τη σύλληψη. Από τη στιγμή που θα γίνει αυτό έχεις την εικόνα. Το μόνο που σου μένει είναι αντί να αφιερώσεις χρόνο για σπαζοκεφαλιές, να βρεις λίγο χρόνο που θα ψιθυρίσεις τις λέξεις. Θα έρθουν οι σκέψεις και ίσως έρθουν και οι απαντήσεις, αν έχεις απορίες. Και να μην έρθουν όμως, το ταξίδι σε μαθαίνει ότι προχωράς σε μία ιδεοθεωρία χωρίς ίχνη ψυχολογικού βιασμού. Πολύ αυθόρμητη, πολύ Διονυσιακή και πολύ έξω από τη καθημερινότητα. Κάτι σαν απόδραση, αν θεωρήσουμε τη ζωή ως ελευθερία και την καθημερινότητα της ως φυλακή. Ακόμη σας ενδιαφέρουν οι απαντήσεις;; Εδώ και τώρα;;..
Όλοι εμείς που κατά καιρούς έχουμε αντιδράσει με μία σειρά από επιχειρήματα που συνοδεύονται από επιθετικούς προσδιορισμούς για να πείσουμε (ποιόν;; ) ότι είμαστε με το σωστό άνθρωπο και τον αγαπάμε όντως, έχουμε αναρωτηθεί ποτέ όταν έρχεται το τέλος αν πάψανε να υπάρχουν αυτά;; Γιατί αν δεν πάψανε τότε γιατί χωρίσαμε;; Κι αν πάψανε να υπάρχουν για εμάς, πάψανε να ισχύουν και για τον άνθρωπο μας;; Κι αν δεν πάψανε να ισχύουν για τον άνθρωπο μας γιατί ήμασταν μαζί του;; Κι αν δεν πάψανε τελικά, τί έχει μεγαλύτερη σημασία από τον άνθρωπο μας που δεν χάνει τα “επιχειρήματα” μας;; Μήπως προσεγγίσαμε πολύ βιαστικά το τί σημαίνει αγάπη;; Μήπως βιαστήκαμε διότι δίνει μεγαλύτερο περιεχόμενο σε λόγια όχι πολύ γεμάτα, όχι πολύ πειστικά;; Και γιατί να βιαστούμε;; Και πότε θα ξέρουμε τί ισχύει τελικά:;
Υπάρχει τέλειο ζευγάρι;; Προφανώς θα θέλετε και την άποψη μου. Όχι.. Δεν υπάρχει. Διότι αυτοί που ζούνε κάτι το μοναδικό ξέρουν ότι υπάρχει καλύτερη επόμενη μέρα μαζί με τον άνθρωπο τους. Δεν είναι της θεωρίας “βάζω ψηλά τον πήχυ”. Απλά ξέρουν. Και βασικά αυτό είναι το timing που ορίζει πότε έχει έρθει κάτι αληθινό. Η ανικανότητα σου να το τεκμηριώσεις. Η ανικανότητα σου να το ορίσεις. Η ανικανότητα σου να βρεις επίθετα. Η ανικανότητα σου να είσαι ικανός να το ζεις. Καλά διαβάσατε. Εμπρός πίσω δηλαδή. Αρκετά περίεργο αλλά μπορεί το αληθινό να κρύβεται στο λίγο. Δηλαδή στην μικρή έως μηδενική ικανότητα να δώσεις κάτι περισσότερο από μία εικόνα του ύφους “δεν μπορώ να κάνω κάτι γι’ αυτό” σαν αντίδραση σε αυτόν που σε ρωτάει (ποιός;; ) γιατί είσαι με αυτό το πρόσωπο κι όχι με κάποιο άλλο. Ίσως γιατί η “εικόνα” του ανθρώπου σου αρκεί. Κι αν το καλοσκεφτούμε, σε αντιδιαστολή με την παράγραφο των “επιχειρημάτων”, όταν τελειώσει μία τέτοια σχέση ταυτόχρονα τελειώνει και η “εικόνα”. Άρα δεν ξεγελάς σκόπιμα τον εαυτό σου κάπου. Η ροή είναι φυσική. Και αν ακόμη δεν έχετε καταλάβει τί εννοώ, πόσες φορές αλήθεια έχετε τολμήσει να κοιτάξετε κατάματα την “εικόνα” αυτού που.. απλά ξέρετε ότι αγαπάτε -συγγνώμη, νιώθετε κάτι διαφορετικό μαζί του, αρχή είναι εξάλλου- χωρίς να αναστενάξετε ψιθυριστά έχοντας το γήϊνο δεδομένο ότι δεν μπορείτε να είστε μαζί. Διώχνετε γρήγορα την πραγματική “εικόνα” και επιβιώνετε με αυτήν που πλάθετε εσείς. Μόνο που δεν είναι πραγματική η εικόνα αυτή, όπως δεν είναι και η ύπαρξη της σχέσης. Κάπου εδώ το χάνουμε. Για να μην αποθαρρύνεστε, το χάνω κι εγώ αυτό που είχα στο μυαλό μου να σας πω. Βρείτε το μόνοι σας σε αυτό το σημείο. Μαζί περπατήσαμε αλλά ο καθένας έχει διαφορετικό προορισμό και κυρίως διαφορετική “εικόνα”. Καλλιεργείστε την περιέργεια σας λοιπόν.. “ορίζοντας”, με μόνο όπλο την ανικανότητα σας, το μοναδικό, το διαφορετικό.. το μοναδικό δηλαδή. Παραδοθείτε.. και μην κάνετε σχέδια..
Έρχεται η στιγμή που στέκεσαι αβοήθητος μπροστά στο κείμενο σου και δεν ξέρεις πώς να τελειώσεις. Συνειδητοποιείς πως δεν υπάρχει κάτι καλύτερο από το να σκεφτείς κάτι άσχετο και να το περάσεις σαν πινελιά σχεδόν επιγραμματικά. Κάτι σαν homework μέσα στο ίδιο σου το σπίτι, μέσα στο ίδιο σου το μυαλό:
-”Χαζό ε;;”
=”Όχι, δεν είναι χαζό.”
Ο άνθρωπος σου σε εκπλήσσει μερικές φορές όταν δεν βλέπει ως χαζό αυτό, που ακόμη κι εσύ που το σκέφτεσαι τόσο καιρό, το θεωρείς πλέον χαζή σκέψη. Φθαρμένη. Παρατημένη.
- “Δεν ταιριάζουμε”
Πόσες φορές το έχουν πει άνθρωποι που είναι φτιαγμένοι ο ένας για τον άλλον;;
-”Δεν έχουμε προλάβει να μοιραστούμε πολλά,
πώς είναι δυνατόν να αισθανόμαστε κάτι τόσο έντονο;;”
Δεν μπορείς να το εξηγήσεις, απλά συμβαίνει και όπως έχουμε ξαναπεί, δεν μπορείς να κάνεις τίποτα γι’ αυτό.
Γυρνάς πάνω το κεφάλι σου, χτυπάς τα.. φτερά σου και.. τραγουδάς όσο πιο δυνατά μπορείς.
Κι αν δεν το πιστεύεις ακόμα, είσαι στην απόγνωση είτε στο κενό, τότε περίμενε για το σημάδι. Την εικόνα. Μόνο εσύ θα το αντιληφθείς. Μόνο εσύ θα την δεις.
Αν έχεις τα μάτια σου ανοιχτά.
Κι αν κάποτε σε επιλέξει η ζωή να χάσεις την “εικόνα”, άρα και να την έχεις βρει, τουλάχιστον θα ξέρεις πώς είναι. Θα έχεις ζήσει το παραμύθι που μέχρι κάποτε απλά άκουγες γι’ αυτό ή διάβαζες τί περίπου είναι. Περίπου.
Έρχονται κάποιες στιγμές που με ανεξήγητο τρόπο καταλαβαίνεις ότι αξίζει να γράψεις για αυτές. Μία από αυτές ήταν σήμερα τα ξημερώματα. Μιλούσα με έναν φίλο μου που μόλις είχε χωρίσει. Δυστυχώς στο πέρασμα των χρόνων ελάχιστο χρόνο είχα αφιερώσει για να τον γνωρίσω καλύτερα, αν και αυτός πάντα με εμπιστευόταν μία μέρα το χρόνο τα τελευταία 6 χρόνια. Έτσι νόμιζα τουλάχιστον. Αλλά σήμερα συνειδητοποίησα πόσοι άνθρωποι εκεί έξω αξίζει να γνωρίσεις καλύτερα, αλλά η πόρνη η ζωή και κυρίως ο παπάρας ο εαυτός μας δεν μας αφήνει να το δούμε.
Σε τέτοιες εξομολογήσεις συνήθως η αντίδραση ενός μέσου ανθρώπου είναι ο οίκτος και η προσπάθεια να καταλαγιάσουν τα αισθήματα απώλειας του συνομιλητή σου. Άκυρο. Δεν μπορεί να ισχύει κάτι τέτοιο. Πώς μπορείς να νιώσεις οίκτο για κάποιον που έζησε κάτι. Για κάποιον που ανακάλυψε κάτι. Για κάποιον που έχασε κάτι. Όταν χάνεις κάτι, σημαίνει ότι το είχες, το έζησες. Δεν κράτησε πολύ. Και;; Εσείς είστε τόσο τυχεροί;; Έχετε ζήσει στιγμές που να έχετε φτάσει στο σημείο να τις αναπολείτε;; Κάποιοι ναι. Κάποιοι όχι. Κάποιοι έχετε να το περάσετε καιρό αυτό το αίσθημα. Της απώλειας. Γιατί να προσπαθήσεις να καταλαγιάσει αυτό το αίσθημα;; Γιατί να προσπαθείς να πνίξεις τη μοναδική ίσως ένδειξη ότι είσαι άνθρωπος. Ότι για λίγο καιρό έφυγες από την επιφάνεια της γης. Πέταξες. Ονειρεύτηκες. Η ζωή εν τέλει δεν βρίσκεται ανάμεσα στα κτίρια, δίπλα στα δέντρα, δίπλα στους ανθρώπους. Βρίσκεται πάνω από όλα αυτά. Και το “πάνω” είναι βασικά σουρεαλιστικής γεωτοποθέτησης. Σας ξενέρωσα;; Σκεφτείτε το λίγο. Όταν φτάνεις στο σημείο να τα βλέπεις όλα από ψηλά, τότε ασπάζεσαι αυτό που λένε ζωή. Βλέπεις τη μαγεία και αντιλαμβάνεσαι για άλλη μια φορά πως σε αυτή τη γη προσγειώθηκες για να ζήσεις λίγο καιρό και για να επιβιώσεις πολύ περισσότερο.
Ποτέ δεν πίστευα ότι θα γράψω κάτι σαν κι αυτό που μου βγήκε πολύ αυθόρμητα στην τελευταία φράση της προηγούμενης παραγράφου. Ίσως αυτό είναι και το κλειδί που ο φίλος μου δεν έχει ανάγκη από οίκτο, ούτε απο συμβουλές. Κατάφερε έστω και για λίγο να μην κάνει αυτό που κάνουμε οι περισσότεροι. Να επιβιώνουμε. Η αλήθεια είναι ότι ελάχιστοι καταλαβαίνουν τη διαφορά. Αλλά ακόμα μεγαλύτερη αλήθεια είναι ότι οι περισσότεροι δεν θέλουν να δουν τη διαφορά. Αυτοί ίσως είναι ένα βήμα πιο κοντά από εμάς στην επιτυχία. Τη γήϊνη. Ξέρετε. Αυτήν ανάμεσα στα κτίρια, δίπλα στα δέντρα, δίπλα στους ανθρώπους. Είναι θέμα επιλογής. Και πάλι. Αν με ρωτούσατε τι θα ήθελα να επιλέξουν κάποτε τα παιδιά μου, όποτε κι αν έρθουν να ρωτήσουν, θα σας απογοητεύσω αλλά θα τους οδηγούσα στην επιτυχία. Μακριά από εσωτερικούς διαλόγους. Μακριά από καθάρσεις. Μακριά από την ανθρωπιά. Έτσι τουλάχιστον όπως την αντιλαμβάνομαι εγώ. Στο δικό μου σύννεφο. Με περιμένει κάπου εκεί πάνω.
Προς το παρόν είμαι στη γη. Ακόμα. Εν αντιθέσει με το φίλο μου. Του είπα χαρακτηριστικά: “Σε ζηλεύω φίλε”. Έζησες κάτι που πολλοί δεν θα το ζήσουν ποτέ στη διάσταση που το έζησες εσύ. Κάποιοι είναι καταδικασμένοι να συμβιβάζονται. Είναι καταδικασμένοι σκέτο.
Είναι η πρώτη φορά που ξεκινάω να γράφω κάτι χωρίς να έχω βρει έναν τίτλο. Ο τίτλος δεν είναι κάποια φωτεινή επιγραφή που απλά στόχο έχει να προσελκύσει την περιέργεια κάποιων. Ο τίτλος για εμένα είναι moody cause. Περιγράφει σε πολύ λίγες λέξεις τη διάθεση μου και το συμπέρασμα ή το κίνητρο μου γύρω από αυτό που καταλήγει να είναι το… άρθρο. Δεν ξέρω τι διάθεση έχω ακόμα. Εν αρχή ήθελα να γράψω κάτι με τσαμπουκά, μετά μου βγήκε πάλι αυτή η άρρωστη ευαισθησία και συγκίνηση, λες και κάνω κάτι σημαντικό. Οπότε ας το πάμε λίγο σωκρατικά. Αφορμή; Το κενό. Αιτία; Το τίποτα. Αποτέλεσμα; Να γράφω. Ναι ok έχετε μπερδευτεί. Κι εγώ. Δεν φαίνεται;; Όμως πιστέψτε με. Ίσως το γεγονός ότι δεν δείχνει κατανοητό αυτό που έγραψα είναι γιατί όταν αισθανθήκατε κάτι παρόμοιο, το προσπεράσατε. Δεν το παραδεχτήκατε ποτέ. Θέλετε να τα βάλουμε λίγο στη σειρά;; Ναι. Απαντάω εγώ για’ σας μιας και εγώ το παραδέχομαι.
Κενό;; Τι σημαίνει κενό;; Κενό δεν σημαίνει κάτι. Δεν μπορεί να ετυμολογηθεί. Όμως μπορεί να γίνει κάτι πιο βασανιστικό. Μπορεί να περιγραφεί. Ίσως είναι από τις λέξεις που ενώ δεν έχουν “περιεχόμενο” μπορούν να περιγραφούν και να γεμίσουν με χίλιες δυο εικόνες.
Ένα βράδυ έχεις βγει με τους φίλους σου (καμιά δεκαριά, μην το λυπάστε το νούμερο), πίνετε, παίζετε, συζητάτε, γελάτε και σε μια στιγμή, ενώ όλα δείχνουν ότι τα έχεις σε… αφθονία, σκύβεις το κεφάλι και λες “γιατί πιστεύω ότι ξεγελάω τον εαυτό μου;;”. Έχεις τα πάντα. Φίλους, λεφτά, καλές στιγμές, ωραίες συζητήσεις αλλά… γυρνώντας στο σπίτι και βγάζοντας τα κλειδιά από την τσέπη, παίζοντας με αυτά ακούς έναν ήχο. Ίσως τον μοναδικό εκείνη τη στιγμή. Εσύ είσαι σιωπηλός. Σκέφτεσαι ότι όλα αυτά είναι μία ψευδαίσθηση. Κάτι σου λείπει. Ξέρεις τι. Αλλά δεν το παραδέχεσαι. Επίσης δεν παραδέχεσαι και κάτι άλλο. Το κενό. Ουσιαστικά το κενό δεν είναι η παντελής έλλειψη κάποιων νοημάτων. Είναι το συναίσθημα όταν όλα γύρω σου μοιάζουν πολλά. Γεμάτα. Είναι η αντιφατικότητα του διπόλου ανάμεσα σε εσένα και το γύρω σου. Αυτή ακριβώς η ηλίθια αντιφατικότητα, του να σου λείπει μόνο ένα πράγμα και να σε επηρεάζει σαν να σου λείπουν τα πάντα. Αυτή η τόσο βασανιστική διαπίστωση είναι η αιτία. Το τίποτα. Και καταλήγεις είτε να το αγνοείς είτε να το παραδέχεσαι. Είναι θέμα επιλογής.
Πολλοί θα αναρωτιέστε ότι όλο το άρθρο γυρνάει γύρω από μία έννοια. Τον έρωτα. Ε λοιπόν κάνετε λάθος. Δεν αναφέρομαι βασικά σε αυτό. Αναφέρομαι σε κάτι πιο περιεκτικό, πιο ανθρώπινο. Κι αυτό είναι θέμα επιλογής. Είναι θέμα αξιοπρέπειας απέναντι στον εαυτό σου. Φανταστείτε να αρχίσετε να κοροϊδεύετε και τον εαυτό σας. Τότε ξεκινάει μία χωρίς επιστροφή πορεία προς τον “αιώνιο συμβιβασμό”. Κάπου εδώ χάνω την έμπνευση μου. Ίσως στο μυαλό σας τελειώσετε καλύτερα το άρθρο μου. Πάντως εγώ μια φόρα νομίζω ότι κατάφερα να βρω τίτλο.
Ο Αρχιεπίσκοπος πρώην Βορείου και Νοτίου Αμερικής Ιάκωβος ήταν κι αυτός ένα απ’ τα μικρά παιδιά που βίωσαν τα αποτελέσματα της Μικρασιατικής καταστροφής, που είδε τον τόπο του να γίνεται τουρκικός με την εφαρμογή της Συνθήκης της Λωζάνης.
Σας παραθέτω απομαγνητοφωνημένο απόσπασμα συνέντευξης του Αρχιεπισκόπου Αμερικής, που απεβίωσε το 2005, από την τηλεοπτική εκπομπή
“ΝΤΟΚΟΥΜΕΝΤΑ” του ΣΚΑΪ με τον Γεώργιο Π. Μαλούχο ( play ).
“(…) Σε κάποιο σημείο αναφέρθηκα στο πού γεννήθηκα, στο πώς μεγάλωσα ουσιαστικά, έχοντας μονάχα όνειρα φιλόδοξα σαν παιδί, για μια Ελλάδα πιο μεγάλη που τότε προήλαυνε ο στρατός μας στη Μικρά Ασία, και σαν ένας νέος, που έτρεχε για να χτυπήσει πρώτος την καμπάνα της εκκλησίας του χωριού αναγγέλοντας νίκες και προέλαση του ελληνικού στρατού στην Μικρά Ασία.
Μεγάλωσα με μια τρομερή απέχθεια προς το πολιτικό καθεστώς τότε, που διήυθυνε και που διήπε όλην τη ζωή της Τουρκίας. Δεν λέγω ότι άλλαξε πολύ αυτό στην Τουρκία (…)
Το καίριο πλήγμα το ένιωσα μες την καρδιά μου και μες το νου μου πρέπει να πω, όταν είδα τους Τούρκους στρατιώτες που αποβιβάστηκαν ένα απόγευμα, μουντό Οκτωβριανό. Ξαφνικά ο διοικητής τους είδε έναν ξύλινο σταυραετό στη μετώπη της μητροπόλεως και βάλθηκαν όλοι να τον διώξουν απ’ εκεί, τον αητό, που να μην βρεθεί πουθενά πια. Και έκαναν θρύμματα, που έπεσαν κάτω σαν ματωμένα φτερά του αητού εκείνου. Έκλεισα τα μάτια μου να μη δω το τέλος. Δεν θυμάμαι πώς έφυγα και πήγα στο χωριό μου, αλλά πήγα τρομαγμένος, θυμωμένος, οργισμένος. Πήγα σε κάποιο κτίριο που ήταν το σχολαρχείο μας, και βλέποντας τους προύχοντας του νησιού να παρουσιάζουν λευκή σημαία, θυμούμαι ότι με κάποια πικρία στο στόμα μου τους έφτυσα και είπα εγώ δεν θα μείνω εδώ, μ’ αυτούς τους ανθρώπους.
(…) Κι έτσι μια μέρα του Σεπτεμβρίου, με πήρε ο πατέρας μου με πήγε στα Δαρδανέλια, κι από κει με επιβίβασε σ’ ένα πλοίο, με φίλησε στο μέτωπο, με πήρε στην αγκαλιά του, για πρώτη φορά θυμάμαι να με είχε αγκαλιάσει. Και μου είπε «να πας στο καλό παιδί μου και να μη λησμονήσεις ένα παράγγελμα μου: Να γίνεις καλός Έλληνας και καλός Χριστιανός».
Ήταν μία νύχτα που βασικά δεν μου ερχόταν να γράψω κάτι. Και είμαι απ’ αυτούς που πιστεύω ότι όταν κάτι το ζορίζεις του στερείς στο μέλλον την αυθεντικότητα. Και στο παρόν την έμπνευση. Μιλώντας όμως για αυθεντικότητα μου ήρθε στο μυαλό, μιλώντας με ένα τρελοκομείο από το Λονδίνο, ότι ίσως αν τα πράγματα τα ζυγίζαμε λιγότερο θα ήταν ελαφρύτερα. Λιγότερο βαριά. Λιγότερο πλαστικά. Περισσότερο αυθεντικά.
Η πρώτη σκηνή που μου ήρθε στο μυαλό ήταν του μικρού Sam (click tha main article image for tha video ). Ο μικρός Sam έστω κι αν μιλάμε για ταινία, έζησε κάτι που λίγοι το αντιλαμβάνονται και πολλοί το ζηλεύουν. Η αλήθεια είναι ότι αδυνατώ να το περιγράψω και αισθάνομαι τυχερός για αυτό. Του έχω δώσει την δική μου ερμηνεία. Και το κλειδί φαντάζομαι ότι είναι ακριβώς αυτό. Να δίνεις την ερμηνεία σου σε κάτι που σε αφήνει αμήχανο. Ίσως γιατί η αφέλεια της στιγμής σου δίνει τη νότα που σου λείπει. Οι νότες είναι λίγες. Δυστυχώς. Όμως το αποτέλεσμα του συνδυασμού τους διαφέρει όπως κάθε ένας μας από τα υπόλοιπα δισεκατομμύρια της γης. Ευτυχώς. Βλέπω και ξαναβλέπω την αφέλεια λοιπόν του μικρού Sam.. Βασικά… δεν έχω έμπνευση και ζω με την αυθεντικότητα της στιγμής.
Πρόσφατα συνειδητοποίησα ότι έχω πάρει -ίσως και καταπιεί- το barrack pill ελαφρώς αδικαιολόγητα για τον τρόπο που δύσκολα επιβραβεύω μία άποψη, μία στάση, έναν άνθρωπο.
Όλα ξεκίνησαν όταν έκαψα άλλον έναν ταλαίπωρο φίλο μου πείθοντας τον, χωρίς ιδιαίτερη αντίσταση, ότι ο Obama είναι κάτι το διαφορετικό στην πολιτική σκηνή. Το αποτέλεσμα ήταν να ξενυχτάμε περιμένοντας νίκες του Obama, ήττες της Χίλαρυ και αγαλλίαση δική μας. Σε σημείο που πιστέψαμε ότι αν βγει τελικά, όντως κάτι θα αλλάξει.
Η σκληρή και αδυσώπητη όμως λογική με επανέφερε σε ατραπούς λιγότερο συναισθηματικές.
Το concept είναι απλό. Πιστέψαμε σε αυτόν γιατί αυτό έχουμε ανάγκη. Κάτι το καινούριο. Κάτι το φρέσκο. Κάτι το διαφορετικό. Με οποιοδήποτε κόστος. Δεν μας ενδιαφέρει τι θα γίνει μετά. Ζούμε το τώρα. Ζούμε την αλλαγή η οποία θα κρατήσει μέχρι την εκλογή του, αν υπάρξει. Γιατί το λέω αυτό;; Κάθε πολιτικός είναι καταδικασμένος να μπει σε ένα λούκι αυτοσυγκράτησης, αυτοελέγχου, με μηδενική φρεσκάδα και μέγιστη συμβιβαστική ψυχολογία. Ίσως ο Obama για κάποιους αποτελέσει την πρώτη απόδειξη ότι ούτε τα πρόσωπα μπορούν αλλάξουν κάτι σημαντικά. Ίσως τα ίδια άτομα δεν μπορούν να συνειδητοποιήσουν ότι η πολιτική σαν έννοια δράσης με περιεχόμενο, αρχή, τέλος, αποτέλεσμα, έχει πεθάνει.
Ναι πρέπει να καταπιούμε το reality pill. Η πολιτική έχει πεθάνει. Πολιτική σημαίνει για εμένα πολλά. Όχι λίγα. Σημαίνει το σύνολο λέξεων όπως ιδέα, πλάνο, αποτέλεσμα, επιτυχία, αποτυχία. Κάπου ανάμεσα στο πλάνο και στο αποτέλεσμα ξέχασα το λεγόμενο production line. Ξέρετε. Αυτό που ξεκινάει με ένα A ποσό. Και στο τέλος έχει ξοδευτεί το ένα τρίτο του A. Πολλοί έχουν εστιάσει την προσοχή τους στο Pline. Είναι ζουμερό, προσφέρει ειδήσεις και κυρίως σε κρατάει ασφαλή στη γυάλα σου ότι ο λόγος που πάνε στραβά τα πράγματα είναι η ρεμούλα. Μάλιστα. Αρκετά εύκολο. Εύπεπτο. Ιδίως για τους Έλληνες που ξέρουν από αυτά και στην καθημερινότητα τους. Το δάσος όμως της πολιτικής έχει καεί πολύ παλιότερα. Όχι τον Αύγουστο. Ούτε τον Σεπτέμβριο που μας πέρασε. Και στη θέση του φύτρωσε η διαχείριση. Η εποπτεία. Το Baywatch.
Ειλικρινά δεν έχετε καταλάβει ότι η πολιτική σαν λήμμα πλέον έχει γίνει κάτι σαν τη μόδα;; Έχουν όμως ένα βασικό κοινό χαρακτηριστικό. Έχουν διαφορά φάσης από χώρα σε χώρα. Από περιοχή σε περιοχή. Κάτι που βγαίνει σαν ντιρεκτίβα από την Ευρώπη, πρώτα εφαρμόζεται κάπου πιλοτικά. Διαφέρει αυτό πάντα. Αλλά πάντα καταλήγει στα συρτάρια, και μάλιστα στα ψηλά ψηλά, της δικής μας γειτονιάς. Τι μένει;; Μα να προσαρμοστεί στα εθνικά δεδομένα. Εποπτεία. Με προσοχή. Διαχείριση. Και μετά πολιτική τέλος. Αν συμβιβάζεστε με την… απίστευτη σύλληψη της ιδέας της διαχείρισης, τιμή σας και κάμαρι σας. Και ο Μιτς παρέα σας.
Πολιτική ο πατέρας μου με έμαθε ότι είναι “λύνω προβλήματα με λύσεις στέρεες και με προοπτική”. Στέρεες μου έλεγε σημαίνει διαχειρίζομαι σωστά. Προοπτική σημαίνει να έχεις ιδέες με κοινωνικό αφουγκρασμό. Να πιάνεις τον σφυγμό. Το λαϊκό αίσθημα. Αυτό που ψιθυρίζεται. Όχι αυτό που βγαίνει στα μίντια. Εκεί μιλάνε οι λίγοι. Για τους λίγους. Η όλη πολιτική απορρέει από έναν πολιτικό που πιάνει τους ψιθύρους..
Ο μοναδικός άνθρωπος που έχω γνωρίσει να άκουγε τους ψιθύρους ήταν ο Κωνσταντίνος Καραμανλής. Ο ένας. Ήταν μία σπάνια περίπτωση ανθρώπου που αισθανόταν τύψεις όταν έκλεινε τα αυτιά του. Δεν τα έκλεινε συχνά όμως. Ήξερε ότι πολιτική σημαίνει τόλμη, ιδέες, φιλότιμο. Ό,τι παρέλαβε, όπως το παρέλαβε δεν σήκωνε διαχείριση. Δεν απαιτούσε εποπτεία. Δεν υπήρχε τίποτα. Έπρεπε να κάνει κάτι γρήγορα, στέρεα και με προοπτική. Μας έβαλε σε μία οικογένεια που για κάποιους μετά από 20 χρόνια χρησίμευσε ως δεξαμενή ιδεών. Είναι κάτι σαν να γράφεις διαγώνισμα ιστορίας με σκονάκι. Και εσύ απλά έχεις να προσέξεις να προσαρμόσεις τα γραφόμενα σου χωρίς να μοιάζουν στη ροή του βιβλίου. Υπάρχει κίνδυνος να σε πιάσουν. Αλλά αν δε σε πιάσουν, έχεις γίνει πολιτικός.